Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Τρύπες, εκεί που δεν πιάνουν οι ευχές (Αφιέρωμα Τρύπες)


«Ω, είν’ ωραία στον Παράδεισο!». Μια φορά και έναν καιρό, σε όποια ελληνική rock συναυλία και να πατούσες το πόδι σου, ήξερες ότι κάποια στιγμή, αυθόρμητα, το πλήθος θα μετέτρεπε το αξέχαστο ρεφρέν του «Στον Παράδεισο» σε βοερό σύνθημα. Αυτή η συνήθεια είχε κάτι από την ταυτότητα μιας ολόκληρης γενιάς.
Στη ζωντάνια της Θεσσαλονίκης της αρχής της δεκαετίας του ’80, ο ταξιδιάρης Γιάννης Αγγελάκας και ο σκεπτόμενος Γιώργος Καρράς, φίλοι από παιδιά, είχαν ακούσει το “Φλου” του Παύλου Σιδηρόπουλου, είχαν διαπιστώσει ότι το rock μπορεί να μιλήσει ελληνικά και έγραφαν τον πρόλογο του σημαντικότερου κεφαλαίου στη βίβλο του είδους. Οι Τρύπες είναι η μπάντα του ελληνικού rock που αγαπήθηκε και αγαπιέται με φανατισμό και αδιαμφισβήτητα όχι άνευ λόγου.
Το μαγικό μουσικό όχημα κατάφερε να ταξιδέψει για δεκαεπτά εντυπωσιακά έτη και να προσφέρει επτά αξέχαστα αριστουργήματα ως άλμπουμ (εξ ων ένα που αποτελείται από αμείλικτες ζωντανές ηχογραφήσεις), γεγονός πρωτοφανές για τη σκηνή, δεδομένου ότι η πλειονότητα των λοιπών ηρώων της μεγαλούργησε αποσπασματικά και για σύντομο χρονικό διάστημα. Η διάσταση που ενισχύει αυτή την ειδοποιό ιδιαιτερότητα είναι η ίδια η καλλιτεχνική πρόταση της μπάντας. Αμιγώς rock, εντελώς πρωτότυπη, χαρακτηριστικά μοναδική.
Σήμερα, μια δεκαετία μετά το αναπάντεχο «αντίο» -και ενώ δεν έπαυσαν ποτέ τα παρακάλια για την επιστροφή του λατρεμένου σχήματος- η καριέρα του Γιάννη Αγγελάκα συνεχίζεται διαπρέπουσα. Τόσο διαπρέπουσα που τείνει να επισκιάσει τη συλλογική δυναμική της μοναδικής εκείνης μπάντας και να τον τοποθετεί σε πρωταγωνιστικότερο από τον ήδη άκρως πρωταγωνιστικό πραγματικό του ρόλο.

Είναι λάθος να ξεχνάμε τα συστατικά της συνταγής. Οι «μάγειροι» ήταν υπερήρωες της διπλανής πόρτας. Το ουσιώδες και εγωκεντρικό μπάσο του Γιώργου Καρρά μπορεί να ελέγχει τη σπονδυλική στήλη του ακροατή και με την αφοπλιστική λιτότητά του να κουμαντάρει το ρυθμό της καρδιάς του. Οι υστερικές κιθάρες του Μπάμπη Παπαδόπουλου και του Ασκληπιού Ζαμπέτα είναι η Σκύλλα και η Χάρυβδη της ψυχής, υπερβάλλουν με φλεγόμενη συγκίνηση σα να φτάνει η Συντέλεια. Τα τύμπανα του Γιώργου Τόλιου επιβάλλουν σταθερότητα στις ανεξέλεγκτες εξάρσεις των εγχόρδων και επιδεικνύουν μοναδικό σεβασμό στη λογική του riff. Η συνεργασία μεταξύ των εκλεκτών μελών, η ανταλλαγή εμπνεύσεων και η ωφέλιμη σύγκρουση των δημιουργικοτήτων ήταν απαράβατοι όροι για να υπάρχει η μοναδική τέχνη αυτής της μπάντας. Χωρίς, λοιπόν, να παρακάμπτουμε την εξαιρετική σημασία της συνδρομής των «υπολοίπων», οφείλουμε να αποδίδουμε με ακόμα πιο ορθό τρόπο τα του Αγγέλακος τω Αγγέλακι.
Ο στίχος και η ερμηνεία του Γιάννη Αγγελάκα χαρίζουν μεγαλείο δια της εξωφρενικής τους τάσης για ανατροπή. Οι λέξεις του έχουν σημασία. Τα κουσούρια του τολμούν να γιορτάζουν την αισθητική τους. Οι αρετές του γκρεμίζουν τους άριστους από τα βάθρα τους. Χασμωδίες και παρατονισμοί που πληρώνονται με τα βάνδαλα κάλλη του ποιητικού μηνύματος και πλάθονται σε αλάθητη μουσική εκφορά, με την προφορά όχι του ελληνικού βορρά, αλλά του ελληνικού υποσυνειδήτου. Κανένας άλλος στιχουργός της ελληνικής rock δε μίλησε τόσο ευθέως στη γενιά αυτή, κανείς δε μας έπιασε από το γιακά με τόσο αληθινή ευγένεια.
Τα πάντα φάνηκαν από την αρχή. Έτσι θα λέω με το βόλεμα της καταγραφής εκ των υστέρων. Ο εξαίσιος πρώτος δίσκος έφερε τον κωδικό «ΑΚ002», ήταν η μόλις δεύτερη κυκλοφορία στο θαυμαστό κατάλογο της ιστοριογόνου δισκογραφικής Ano Kato Records. Με τον παραδοσιακότερο Κώστα Φλωροσκούφη στα τύμπανα και με κειμήλιο τη στιγμιαία παρουσία του αρχικού κιθαρίστα, Μιχάλη Κανατίδη, στο χαρακτηριστικό τραγούδι “Θλιμμένοι Στη Γιορτή Μας”, το συγκρότημα έθεσε τον πήχη στο ταβάνι. Η “Ταξιδιάρα Ψυχή” και η “Βραδυνή Πλάνη”, το υπογείως δημοφιλέστατο “Για Την Πατρίδα” και η πρώτη “Αμνησία” βρίσκονται σε αυτή την πρώτη παρακαταθήκη.
Θα έμοιαζε απίστευτο αυτό που αντίκρισαν οι θεατές στις μυθικές πρώτες συναυλίες. Μια μπάντα της μετα-punk γενιάς με τόσο ταλέντο, ένας στίχος που γεννά αμηχανία, ένας μπροστάρης με προφορά από αλλού, ένας ελληνικός μουσικός μύθος εν τη γενέσει. Στη «Σελήνη» και σε πανεπιστημιακούς χώρους της Θεσσαλονίκης, αργότερα στο Rodeo στην Αθήνα, στο «Κύτταρο», στο Λυκαβηττό με τον Δημήτρη Πουλικάκο, στο Άλσος με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, στο ΑΝ των Εξαρχείων. Όσην «όσφρηση» και να διέθετε ο θεατής τη εποχής, πώς να φανταστεί τι ιστορία θα γραφόταν μερικά χρόνια αργότερα ξανά στον πεισματάρη Λυκαβηττό ή στο Ρόδον;

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Τρύπες είχαν δυο ακόμη καταπληκτικά άλμπουμ στο βιογραφικό τους. Το “Πάρτυ Στο 13ο Όροφο” του 1987 ηχογραφήθηκε με δανεικά από τον δισκοπώλη Σπύρο Βεδουρά, λίγο πριν «μετακομίσουν» μόνιμα στη Virgin, αφού «τα τσούγκρισαν» με την Ano Kato και έπαψαν να φοβούνται τις μεγάλες εταιρίες. Ο ρόλος του Γιάννη Πετρίδη και ο σεβασμός που τους έδειξε πιθανότατα να αποτέλεσαν το καταλυτικό στοιχείο. Το “Τρύπες Στον Παράδεισο” του 1990 βρισκόταν ένα βήμα πριν την εξώπορτα της «εφηβείας» της μπάντας. Στη δεκαετία του ’90, οι Τρύπες θα δημιουργήσουν τις δυο βουνοκορφές της καριέρας τους. Ο δίσκος “Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια” (1993) είχε μοναδικό εκτόπισμα, ηχογραφήθηκε με μοναδική ελευθερία και χωρίς αγχωμένα πορτοφόλια, για να τραγουδάνε το “Δε Χωράς Πουθενά”, ακόμα και σήμερα, παιδιά που γεννήθηκαν μετά την κυκλοφορία του. Τρία χρόνια αργότερα, το απίστευτο “Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι” θα αποτελούσε για τον υπογράφοντα το αγέρωχο ζενίθ της ελληνικής rock δισκογραφίας. Η δεκαετία εκείνη τούς ανήκει.
Η επιτυχία του συγκροτήματος δεν καλάρεσε στους πάντες. Η «πειθώ του υπογείου» άρχισε να κλονίζεται – βλακωδώς. Ομάδες προβοκατόρων (ή «αναρχικών», ανάλογα με τις προθέσεις της πηγής) θέλησαν να τους καταδικάσουν σε απαξίωση δια λιθοβολισμού. Στην αντίπερα όχθη, η τηλεόραση και ο Τύπος συνοφρυώνονταν ενώπιων της ασυγκινησίας της μπάντας προς τη μεγάλη προβολή. Σε όχθη τρίτη, πολιτικοί τυραννιόνταν έκπληκτοι που δεν κατάφερναν να σφετεριστούν την απήχηση της μπάντας, για να τη χρησιμοποιήσουν σα χυδαίο φορέα του μηνύματός τους. Στη μέση του πεδίου της «μάχης», όμως, χιλιάδες οπαδοί φανατισμένοι απεδείκνυαν το μεγαλείο του επιτεύγματος. Μια μπάντα επέβαλλε τους δικούς της όρους στο παιχνίδι, έχοντας «φτύσει αίμα» στην αφραγκία για δέκα χρόνια και έχοντας γράψει το πιο υγιές soundtrack της ζωής μιας γενιάς.
Θα επιμένω με σθένος για την ιδιαίτερη ελληνικότητα του πράγματος. Οι Τρύπες έδεσαν το rock με τη γλώσσα μας. Η μανιέρα της μουσικής τους ήταν πιο αμιγώς rock από τις θεσπέσιες παρακαταθήκες του Διονύση Σαββόπουλου ή το ρεπερτόριο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ενώ παράλληλα δεν εξέθεσε ποτέ τον δυισμό των πηγών, δηλαδή το μίγμα του ξενόφερτου με το ντόπιο, όπως αυτό αποτυπώθηκε στην τέχνη των Πελόμα Μποκιού ή του Παύλου Σιδηρόπουλου. Τα τραγούδια που μας είπαν οι Τρύπες μιλούσαν στη γλώσσα μας σα να την ακούγαμε για πρώτη φορά. Η υπομονή και η επιμονή τους επέτρεψαν την εμφάνιση μιας νέας σκηνής, πλούσιας, δυναμικής, μια σκηνής την οποίας ηγούνταν με ταπεινοφροσύνη. Ήταν μια σκηνή που ανδρώθηκε από πολλούς, άλλους ξεχασμένους, άλλους αξέχαστους, αλλά κανείς τους δεν άφησε ίδιο βαθύ σημάδι. Η σκηνή έφυγε, όταν έφυγαν οι Τρύπες. Γιατί έφυγαν οι Τρύπες.
Τω καιρώ εκείνω, απορούσα γιατί το συγκρότημα επιθυμούσε να εμποδίσει την επανακυκλοφορία του πρώτου δίσκου ως ενθέτου στο περιοδικό Δίφωνο. «Σήμερον κρεμάται επί περιπτέρου;». Αντιλαμβανόμουν την κάποια ακαλαισθησία της εικόνας, αλλά δεν ενστερνιζόμουν το συντηρητισμό που ήθελε να τη βαφτίσει εξευτελισμό. Ομοίως, δε φανταζόμουν τι θα μπορούσε να συμβεί το 2001. Οι καλλιτέχνες που αγαπάς πάντα θα κάνουν πράγματα ακαταλαβίστικα – ίσως για αυτό να αξίζουν την αγάπη σου. Οι Τρύπες βρίσκονταν μέσα στις καρδιές της νεολαίας και δε θα έβγαιναν με τίποτα. Κανένα «σύστημα» δε μπορούσε να τις καταπιεί. Όλα έμοιαζαν εδραιωμένα, παντοτινά, δικά μας.
Το 2001, μετά τον ακροτελεύτιο δίσκο, “Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων” (1999), οι Τρύπες μάς αποχαιρέτησαν και σιγά-σιγά η σκηνή υπέστη φθορά, οι λίγοι ραδιοφωνικοί σταθμοί της αλλαξοπίστησαν, οι καλλιτέχνες της μπασταρδέψανε το rock τους, άλλοι τα παρατήσανε με τον καιρό, και το ελληνόφωνο rock επέστρεψε στα υπόγεια. Εδώ δεν πιάνουν οι ευχές.


Πηγή:Οrologion

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου